skitso

Η στήλη “Καλημέρα κ. Πρόεδρε” ξεκίνησε να δημοσιεύεται στην “Ελευθεροτυπία” στις 16 Ιανουαρίου του 1984 και απευθυνόταν στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, αν και συχνότατα εκείνος ήταν η “πεθερά” για να τα “ακούνε” κάθε λογής “νύφες”. Από τους υπουργούς και τα στελέχη του “Κινήματος”, ως τους τοπικούς άρχοντες, τους επαγγελματίες εργατοπατέρες και τους συνήθεις δυνάστες των πολιτών, τους γραφειοκράτες. Αγαπήθηκε τόσο, ώστε ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας κατά δέκα έξη χιλιάδες φύλλα κατά μέσο όρο. Τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας και με συχνές αναφορές του περιεχομένου της από τους πολιτικούς ηγέτες, στη Βουλή.

Από το 1991 “μεταφέρθηκε” στον ημερήσιο περιφερειακό τύπο, οπού εξακολουθεί να δημοσιεύεται ως σήμερα.

 

7/12 Η «Ιθάκη» βολεμένων τ. αριστερών

Λόγω προγραμματισμένων πολύωρων ιατρικών εξετάσεων, ο Γιώργης Μασσαβέτας δεν έστειλε σήμερα το καθημερινό του χρονογράφημα. Αντ’ αυτού μας έστειλε ένα παλιό του ποίημα, την δίκη του «Ιθάκη», πραγματικώς προφητικό για όσο βιώνουμε σήμερα:

 

ΙΘΑΚΗ

Κινήσαμε Οδυσσέας ο καθένας μας

με πλώρη καταπάνω στην Ιθάκη.

Στο χάρτη χαραγμένη η πορεία μας

και τέρμα μας ορίσαμε πως θα’ ναι

κει που θα βγαίνει ο γνώριμος καπνός.

Μακρύ ‘ναι το ταξίδι και απροδίκαστο

τα κύματα οχτροί των καραβιών μας.

Οι αγέρηδες ενάντιοι στη ρώτα μας

κι η κούραση φονιάς πίστης κι ελπίδας.

Του δρόμου συμφορά μας πιο τρανή

σαν χάθηκαν οι χάρτες κι οι πυξίδες

κι εκεί στου πέλαου τα βάθη τ’ αχανή

πολλές Ιθάκες γέννησε της άγνοιας η ομίχλη.

Δεξιά – ζερβά, βοριά – νοτιά

στου ήλιου έμπα κι έβγα

καθένας έκραζε πως έβλεπε καπνό

καθένας έλεγε πως βλέπει την Ιθάκη.

Της σύγχυσης θυσία τα πληρώματα

κι οι καπετάνιοι από άγνοια δοξασμένοι.

Δεν κλαίμε αυτούς που αγριοπερίστερα γινήκανε

να δείξουνε το δρόμο στο καράβι

και τσακίστηκαν

ούτε για κείνους

που η σκύλα ή Χάρυβδη μας άρπαξαν

κι όσους τα κύματα παλεύοντας χαθήκαν.

Κλαίμε για κείνους

που τα βόδια ζήλεψαν τ’ Απόλλωνα

και πήγαμε χαμένοι – τι ντροπή τους.

Κλαίμε για κείνους

που στης Κίρκης το αγκάλιασμα

σαν θάρρεψε πως βρήκε την Ιθάκη

ο οδηγητής μας,

τα χέρια σταύρωσαν,

κι’ αφήσαν το καράβι ακυβέρνητο

στην προσταγή οι άβουλοι μονάχα μαθημένοι.

Κλαίμε για κείνους που στη χώρα του λωτού

σαν βρήκανε κρεβάτι και κρασί – τι άλλο θέλαν –

είναι ωραία όλα είπαν, ωϊμέ,

είναι ωραία όλα εδώ, για να ‘ναι Ιθάκη.